

Η αρχή και το τέλος ενός αληθινά χαρισματικού ανθρώπου…Ο Θεός θα τον κρίνει κατά τά έργα του, και η ιστορία θα τον κρίνει κατά τά ανθρώπινα…Άς είναι αιωνία αυτού η μνήμη !
Η Πάτρα πού χάσαμε... Πολλές φορές ψάχνω γιά παλιές φωτογραφίες τής Πάτρας, τής δικής μου Πολιτείας... Καί δέν τό κρύβω, βλέποντας τά σημερινά καί απερίγραπτα χάλια της, στενοχωρούμαι...Τί νά πρωτογράψω, έστω καί μέ χιούμορ, γιά όσα καθημερινά βλέπω, καί τί νά υποθέσω γι΄ αυτή τήν "ποιότητα ζωής" πού εμείς οί Πατρινοί επιφυλάξαμε γιά τήν πολιτεία μας...
Οι Ασιάτες λαθρομετανάστες περιγελούν τώρα τους ντόπιους αυτόγχθονες της δύστυχης αυτής Πολιτείας μας…
Περιγελούν ειρωνικά πολίτες, Αστυνομία και Λιμενικό και διαπομπεύουν θεσμούς και Νόμους με την ανοχή και «ευλογία» ασχέτων μελών της Κεντρικής Κυβέρνησης πού κάνουν πώς δεν ξέρουν τι γίνεται εδώ στην Πολιτεία μας!
Εάν κάποιοι όμως ποιούν τις Χήνες και τις Νήσσες και, και δεν ακούνε την οργή του καταδυναστευόμενου Πατραϊκού λαού, πού βρέθηκε σε γκέττο μέσα στο ίδιο του το σπίτι, τότε να ξέρουν ότι πράττοντας έτσι υποσκάπτουν το πρόσωπο αυτού πού τους εξέλεξε. Κι΄ ακόμη ότι, σάν έλθει η ώρα της «κάλπης των εκλογών» θα εισπράξει ο καθένας την δίκαιη οργή του Πατραϊκού λαού κρινόμενος «κατά τά έργα του…».
Αυτό είναι δόγμα και συμπέρασμα αιώνων, και κανών απαράβατος, και όσο πιο γρήγορα διορθώσουν την πορεία τους τόσο το καλύτερο γι΄ αυτούς, αλλά και για εμάς επίσης…
Τά πρόσφατα μέτρα πού πάρθηκαν και πού «θάααααα…» εφαρμοστούν, αφορούν κατ΄ αρχάς την ενημέρωση των «κυρίων Αφγανών» και άλλων ομοειδών, σε 5 τουλάχιστον γλώσσες.
Κι’ όπως μπορούμε να υποθέσουμε από την ευγενική μεταχείριση πού μέχρι τώρα επισήμως ακολουθείται, το σχετικό κείμενο θα είναι πάνω – κάτω και περίπου, ίσως έτσι:
«Αγαπημένοι μας φίλοι, Αφγανοί, Μαροκινοί, Σουδανοί, Αζέροι, και γενικώς Ασιάτες και Αφρικανοί πολίτες ( και ελέω Κυβέρνησης «συντοπίτες»).
Επειδή σας έχουμε στενοχωρήσει τον τελευταίο καιρό σκεφτήκαμε να σας δώσουμε μιά ευκαιρία διακοπών με προπληρωμένες νταλίκες (απ’ αυτές πού σας ξέφυγαν), στέλνοντάς σας σε κάποια άλλα παραθαλάσια μέρη, ώστε να βλέπετε θάλασσα και να ονειρεύεστε Ιταλία…
Σας καλούμε λοιπόν να παρουσιαστείτε μέχρι την τάδε του μηνός για να δηλώσετε συμμετοχή μετακίνησης…
( η ημερομηνία θα είναι πάντα ανοικτή και θα ανανεώνετε συνεχώς, σε μια βδομάδα, σ’ ένα μήνα, ή σ’ ένα τέρμινο…),
Θα σας είμαστε υπόχρεοι εάν συμφωνούσατε μαζί μας. Εάν πάλι δεν συμφωνήσετε δεν χάθηκε ο κόσμος, θα ξαναβρεθούμε πάλι παίζοντας κυνηγητό και τυφλόμυγα στα κάγκελα, κι’ εκεί θα τά ξαναπούμε. Πολλούς χαιρετισμούς σε όλο το σινάφι…»
Υπογραφή δυσανάγνωστος ( για να μη υπάρχει και ευθύνη).
Να υποθέσουμε τώρα ότι με τέτοια αστεία χαϊδέματα μπορεί να λήξει αυτή η κατάσταση;
Πολύ αμφιβάλλουμε και καθόλου πιά δεν ελπίζουμε…
Ένας κοκινολαίμης από το Παναχαϊκό ! Άς τον θαυμάσουμε τώρα σε φωτογραφία γιατί αν πάμε εκεί πάνω χωρίς ήθος για το περιβάλλον, θα χάσουμε όχι μόνο τους κοκινολαίμηδες αλλά και τις χελώνες πού απέμειναν…
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ !
ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΑΜΕ ΒΡΕ ΠΑΙΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΝΑΧΑΪΚΟ;
«ΑΝΑΚΑΛΥΦΘΗΚΕ» ΦΑΙΝΕΤΑΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ, ΑΛΛΑ ΜΕ 100.000 ΨΙΧΟΥΛΑ ΟΥΤΕ Τ΄ ΑΓΚΑΘΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΦΤΑΣΟΥΝ ΝΑ ΚΟΨΟΥΜΕ…
«Bελτιώνεται ο δρόμος προς το Παναχαϊκό»
Ημ/νία έκδοσης: 21 Δεκεμβρίου 2007
Στην υπογραφή της σύμβασης για την κατασκευή του έργου βελτίωσης του δρόμου προς το Παναχαϊκό προχώρησε ο νομάρχης Αχαΐας Δημήτρης Κατσικόπουλος.
Το έργο θα ξεπεράσει σε κόστος τις 100.000 χιλιάδες ευρώ και περιλαμβάνει εργασίες που θα ξεκινήσουν από την περιοχή της Ελεκίστρας και πιο συγκεκριμένα από το πρώην Σανατόριο της Ζάστοβας έως το ρέμα της Αγίας Παρασκευής».
http://www.imeranews.gr/detail.php?id=39005
«Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα», ένα έργο του μεγάλου ζωγράφου Νικηφ. Λύτρα
Καλήν ημέρα άρχοντες, της Πάτρας μας πασάδες, πού ολοχρονίς δουλέψατε, γιά εμάς τους τραχανάδες…
Πού φτιάξατε έργα πολλά, στο κατά φαντασίαν, κάνοντας πειραματισμούς, χωρίς φαιάν ουσίαν…
Πού αφήσατε τους δρόμους μας, να γίνουν γι΄ αραμπάδες, και πού μας καταντήσατε σαν μαύρους κι΄ αραπάδες…
Πού γούβωσε η Αγιαντρεός, Μαιζώνος και Κορίνθου, κι΄ εσείς καπνό φουμάρετε, αέρος αορίστου…
Εύγε στους εργολάβους σας, πού φτιάχνουνε τις γούβες, και στις βροχές ανοίγουνε, γενόμενες τουλούμπες…
Εύγε πού καθαρίσατε όλη την Πολιτεία, δίνοντας όψη χαρωπή, γεμάτη δυσωδία…
Άτζαφλο καί το μάζεμα, σκορπίζοντας σκουπίδια, άλλα πετιούνται από εδώ, κι΄ άλλα τα τρών΄τα ζούδια…
Πότε θα ελέγξεις Δήμαρχε αυτούς τους παρανόμους, πού βάλαν «NO PARKING» και «GARAZ», και κλείσανε τους δρόμους…
Πού γέμισε η πόλη μας, ψεύτικες πινακίδες, κι΄ έχοντας θράσος περισό, το παίζουν και ατσίδες……
Κι΄ όσο για τ΄ αυτοκίνητα πού είν΄ σακατεμένα, τους βάζετε ένα χαρτί και τίποτα πιο πέρα…
Πού «διώξατε» τους Αφγανούς, Τσιγγάνους, Τουρκομάνους, αλλ΄ έμειναν οί Αναρχικοί να σας φωνάζουν νάνους…
Πού πήρατε μέ εκλογές, αυτή την πολιτεία, και δώσατε υπόσχεση, για «Νέα Δημαρχία»…
Τίποτα όμως δεν άλλαξε, ούτε και το «Ανδρέας», τι Φούρας, τι Καράβολας, και όλης της παρέας…
Θέλουμε έργα Δήμαρχε, κι΄ όχι αργομισθίες, πέντε για να δουλεύουνε και τρείς για επιστασίες…
Εύγε όμως στον φωτισμό, αυτών των Χριστουγέννων, παίρνετε 10 με βαρύ τόνο, εκ των υστέρων…
Ευχόμαστε όλοι το «ΟΚΤΩ», να φέρει ευτυχία, να φύγουνε οί ποντικοί, καί νάχουμε ησυχία…
Κι΄ αν τίποτα απ΄ όλα αυτά, δεν κάνετε ποτέ σας, να ζήσετε χρόνια πολλά μ΄ αυτό το ριζικό σας…
Έτσι είμαστε οί Πατρινοί, ψηφίζουμε για κόμμα, κι΄ άς είμαστε σ΄ αναμονή, χρόνια πολλά ακόμα…
Ερείπια της αρχαίας Καισάρειας της Καπαδοκίας ( στην Τουρκία ), πατρίδας του Αγίου Βασιλείου, πού ουδεμία σχέση έχει με τον κοκινομάγουλο Santa Claus πού συνήθως διαφημίζει η Δύση…
Σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, ο Ἅγιος Βασίλης, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά.
Πέρασε ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν Πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη.
Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.
Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό, καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες,καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε σκαλισμένα ἀπὸ τὰ τσακάλια.
Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ πεθαμένοι καὶ λέγανε:
«Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι μας νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας κανέναν».
Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε:
«Τοῦτοι οἱ χωριάτες οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, καὶ περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.
Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας.
Ὁ παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη.
Ὁ ἅγιος Βασίλης μπῆκε στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε:
«Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!».
Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα.
Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε:
«Ἔλα, ἔλα μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».
Μέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια. Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη. αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε:
«Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα», καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾νατανε πατέρας του.
Καὶ κεῖνος τοῦ εἶπε:
«Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!».
Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε.
Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό.
Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι. Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.
Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τὸ βαλὲ κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.
Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τὰ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή.
Λιγοστὰ εἴτανε τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος.
Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε.
Γιὰ τοῦτο κι ὁ ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά του.
Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.
Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο:
«Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη. Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος, μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας. Ἔχω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατὶ δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».
Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς.
Ὁ ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿ ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿ εἶπε:
«Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἠμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων».
Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια.
Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς
«Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου».
Ἡ φωνή του εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα.
Κ᾿ εἶπε ὁ ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.
Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ.
Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε:
«Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου».
Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης:
«Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!».
Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος:
«Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν».
Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος:
«Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου;»
Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος:
«Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος.
Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του
«Κύριε ὁ Θεός μου, οἴδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».
Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος:
«Πές μου, γέροντα, εσύ ποῦ ξέρεις γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; Άλλωστε οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχειά μας κάνει νὰ κολαζόμαστε».
Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα:
«Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται…»
Καὶ πάλι όμως δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ( ότι είχε μπροστά του τον ίδιο τον Άγιο Βασίλειο, πού χιλιάδες άνθρωποι μικροί και μεγάλοι του κόσμου τούτου θα ήθελαν την επίσκεψή του...)