Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2007

2007 -- Η Βηθλεέμ κοιμάται… Εδώ ακριβώς, πρίν 2000 χρόνια, στην ίδια αυτή πολιτεία, νύχτα και πάλι,αντήχησαν οί φωνές των Αγγέλων και οι δοξολογίες...

« Δόξα έν υψίστοις Θεώ και επί γής ειρήνη…»

Μεγάλες γιορτές έρχονται, καιρός λοιπόν νά ξεφύγουμε κι΄ εμείς από τίς καθημερινές γκρίνιες ( πού δεν τελειώνουν ποτέ ), και ένα μικρό Χριστουγεννιάτικο διήγημα άς ελπίσουμε ότι θα είναι το πιο κατάλληλο να μας μεταφέρει σε άλλους καιρούς, και σε άλλες πιο ευλογημένες εποχές, των χαμένων πατρίδων της Μικρασιατικής γής…

«Χριστούγεννα στὴ σπηλιά» (του Φώτη Κόντογλου)

« Ήταν παραμονές Χριστουγέννων ! Συνήθεια τόχουν να πᾶνε πάντα μαζί, χιονιάς καί Χριστούγεννα,…

Μὰ ἐκείνη τὴ χρονιὰ οἱ καιροὶ ἤτανε φουρτουνιασμένοι παρὰ φύση. Χιόνι δὲν ἔρριχνε. Μοναχὰ ποὺ ἡ ἀτμόσφαιρα ἤτανε θυμωμένη, καὶ φυσούσανε σκληροὶ βοριάδες μὲ χιονόνερο καὶ μ᾿ ἀστραπές. Καμμιὰ βδομάδα ὁ καιρὸς καλωσύνεψε καὶ φυσοῦσε μία τραμουντάνα ποὺ ἀρμενιζότανε.

Τὴν παραμονὴ όμως ἀπὸ τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε κ᾿ ἔρριχνε βελονιαστὸ χιονόνερο.

Σὲ μία τοποθεσία ποὺ τὴ λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ἕνα μαντρὶ μὲ γιδοπρόδατα, ἀπάνω σὲ μιὰ πλαγιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ κοίταζε κατὰ τὸ πέλαγο…

Οἱ τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ποὺ βρισκότανε παραμέσα καὶ πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ ποὺ κοίταζε κατὰ τὴ νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, μὲ τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι ἀψηλὴ ὡς τρία μπόγια. Τὰ ζωντανὰ σταλιάζανε κάτω ἀπὸ τὶς χαμηλὲς σάγιες, ποὺ ἔσκυβες γιὰ νὰ μπεῖς μέσα. Σωροὶ ἀπὸ κοπριὰ στεκόντανε ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, καὶ βγάζανε μία σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, τὸ χῶμα ἤτανε σκουπισμένο καὶ καθαρό, γιατί οἱ τσομπάνηδες ἤτανε μερακλῆδες, καὶ βάζανε τὰ παιδιὰ καὶ σκουπίζανε ταχτικὰ μὲ κάτι σκοῦπες κανωμένες ἀπὸ ἀστοιβιές.

Ἀρχιτσέλιγκας ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἕνας ἄνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ἀνάμεσα στὰ γίδια καὶ στὰ πρόβατα. Ἤτανε μαῦρος, μαλλιαρός, μὲ γένεια μαῦρα κόρακας, σγουρὰ καὶ σφιχτὰ σὰν τοῦ κριαριοῦ. Φοροῦσε σαλβάρια κοντὰ ὡς τὸ γόνατο, σελάχι στὴ μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριὰ τζεσμέδια στὰ ποδάρια του· τὸ κεφάλι του τὸ εἶχε τυλιγμένο μ᾿ ἕνα μεγάλο μαντίλι σὰν σαρίκι, κ᾿ οἱ μαρχαμάδες [= τὰ κρόσια] κρεμόντανε στὸ πρόσωπό του.

Ἀρχαῖος ἄνθρωπος!

Εἶχε δυὸ παραγυιούς, τὸν Ἀλέξη καὶ τὸν Δυσσέα, δυὸ παλληκαρόπουλα ὡς εἴκοσι χρονῶν. Εἶχε καὶ τρία παιδιά, ποὺ τοὺς βοηθούσανε στ᾿ ἄρμεγμα καὶ κοιτάζανε τὸ μαντρὶ νά ῾ναι καθαρό. Αὐτὲς οἱ ἕξι ψυχὲς ἐζούσανε σὲ κεῖνο τὸ μέρος, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἀνάρια βλέπανε ἄνθρωπο.


Ἡ σπηλιὰ ἤτανε καπνισμένη κι ὁ βράχος εἶχε μαυρίσει ὡς ἀπάνω ἀπὸ τὴν καπνιὰ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα τῆς σπηλιᾶς.

Ἐκεῖ μέσα εἴχανε τὰ γιατάκια τους, σὰν μεντέρια, στρωμένα μὲ προβιές. Στοὺς τοίχους τῆς σπηλιᾶς εἴχανε μπήξει παλούκια μέσα στὶς σκισμάδες τοῦ βράχου, καὶ κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια καὶ μαχαίρια, λὲς κ᾿ ἤτανε λημέρι τῶν ληστῶν. Ἀπ᾿ ἔξω φυλάγανε οἱ σκύλοι, ὅλοι ἄγριοι σὰν λύκοι.

Ἡ ἀκροθαλασσιὰ βρισκότανε ὡς ἕνα τσιγάρο ἀπόσταση ἀπὸ τὴ μάντρα. Ἤτανε ἔρημη, κι ἄλλο δὲν ἀκουγότανε ἐκεῖ πέρα παρὰ μοναχὰ ὁ ἀγκομαχητὸς τοῦ πελάγου, μέρα - νύχτα. Μὲ τὸν βοριὰ ἀπάγκιαζε, καὶ καμμιὰ φορᾶ πόδιζε κανένα καΐκι. Ἀλλιῶς δὲν ἔβλεπες βάρκα πουθενά. Ἀπὸ τὸ μαντρὶ ἀγνάντευε κανένας τὸ πέλαγο ἀνάμεσα στὰ δέντρα, καὶ τὸ μάτι ξεχώριζε καθαρὰ τὰ βουνὰ τῆς Μυτιλήνης.

Τὴν παραμονὴ τὰ Χριστούγεννα, εἴπαμε πὼς ὁ καιρὸς χάλασε, κι ἄρχισε νὰ πέφτει χιονόνερο. Οἱ τσομπάνηδες εἴχανε μαζευτεῖ στὴ σπηλιὰ κι ἀνάψανε μία μεγάλη φωτιὰ καὶ κουβεντιάζανε. Τὰ παιδιὰ εἴχανε σφάξει δυὸ ἀρνιὰ καὶ τὰ γδέρνανε. Ὁ Ἀλέξης ἔβαλε ἀπάνω σ᾿ ἕνα ράφι μυτζῆθρες καὶ τυρὶ ἀνάλατο μέσα στὰ τυροβόλια, ἁγίζι καὶ γιαούρτι.

Ὁ Δυσσέας εἶχε μία παλιὰ Σύνοψη, κ᾿ ἐπειδὴ γνώριζε λίγο ἀπὸ ψαλτικὰ κ᾿ ἤξερε καὶ πέντε γράμματα, διάβαζε τὶς Κυριακάδες κι ὅποτε ἤτανε γιορτὴ κανένα τροπάρι καὶ λιγοστὰ ἀπὸ τὸν Ἑξάψαλμο. Ἐκείνη τὴν ὥρα φυλλομετροῦσε τὴ Σύνοψη, γιὰ νὰ δεῖ τί γράμματα ἤτανε νὰ πεῖ.

Θά ῾τανε ὥρα σπερινοῦ. Κείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πὼς θά ῾τανε τίποτα κυνηγοί· τὸ ἕνα παιδί, ποὺ εἶχε πάγει νὰ φέρει ξύλα μὲ τὸν γάϊδαρο, εἶπε πὼς τὸ πρωὶ εἶχε ἀκούσει τουφεκιὲς κατὰ τὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, κατὰ τὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή. Οἱ σκύλοι πιάσανε καὶ γαβγίζανε ὅλοι μαζὶ καὶ πεταχτήκανε ὄξω ἀπὸ τὴ μάντρα.

Σὲ λίγο φανερωθήκανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ δυὸ ἄνθρωποι μὲ τουφέκια, καὶ φωνάζανε τοὺς τσομπάνηδες νὰ μαζέψουνε τὰ σκυλιά, ποὺ χυμήξανε ἀπάνω τους. Ὁ Σκούρης ἄφησε τοὺς ἀνθρώπους κι ἅρπαξε ἕνα ἀπὸ τὰ ζαγάρια πού ῾χανε οἱ κυνηγοὶ καὶ τὸ ξετίναζε νὰ τὸ πνίξει. Ὁ κυνηγὸς ἔρριξε ἀπάνου του, καὶ τὰ σκάγια τὸν πόνεσανε καὶ γύρισε πίσω, μαζὶ μὲ τ᾿ ἄλλα μαντρόσκυλα, ποὺ πηγαίνανε πισώδρομα ὅσο κατεβαίνανε οἱ κυνηγοί.

Τέλος πάντων, ἐβγῆκε ὁ Μπαρμπάκος μὲ τοὺς ἄλλους καὶ πιάσανε τὸν Σκούρη καὶ τὸν δέσανε, διώξανε καὶ τ᾿ ἄλλα σκυλιά.

«Ὥρα καλή, βρὲ παιδιά!» φώναξε ὁ Παναγὴς ὁ Καρδαμίτσας, ζωσμένος μὲ τὰ φυσεγκλίκια, μὲ τὸ ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ὁ ἄλλος, ποὺ ἤτανε μαζί του, ἤτανε ὁ γυιός του ὁ Δημητρός.

«Πολλὰ τὰ ἔτη!» ἀποκριθήκανε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἡ συντροφιά του. «Καλῶς ὁρίσατε!»

Τοὺς πήγανε στὴ σπηλιά.

«Μωρέ, τ᾿ εἶν᾿ ἐδῶ; Παλάτι! Παλάτι μὲ βασιλοποῦλες!» εἶπε ὁ μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τὶς μυτζῆθρες ποὺ ἀχνίζανε.

Τοὺς βάλανε νὰ καθήσουνε, τοὺς κάνανε καφέ. Οἱ κυνηγοὶ εἴχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.

«Βρὲ ἀδερφέ», ἔλεγε ὁ μπάρμπα-Παναγής, «ποιὸς νὰ τό ῾λεγε, χρονιάρα μέρα, πὼς θὰ κάνουμε Χριστούγεννα στὸ σπήλαιο ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός! Ἐχτὲς περάσαμε στὴν Ἁγιὰ-Παρασκευή, νὰ κυνηγήσουμε λίγο. Ἔ, δικός μας εἶναι ὁ ἡγούμενος, κοιμηθήκαμε στὸ μοναστήρι, καὶ σήμερα τὴν αὐγὴ βγήκαμε στὸ κυνήγι. Βλέποντας πὼς φουρτούνιασε ὁ καιρός, εἴπαμε πὼς δὲ θὰ μπορέσουμε νὰ περάσουμε τὸ μπουγάζι μὲ τὴ σαπιόβαρκα τοῦ μπάρμπα-Μανώλη τοῦ Βασιλέ. Κ᾿ ἐπειδὴ ξέραμε ἀπ᾿ ἄλλη φορὰ τὸ μαντρί, καὶ μὲ τὸ κυνήγι πέσαμε σὲ τοῦτα τὰ σύνορα, εἴπαμε νὰ ῾ρθουμε στ᾿ ἀρχοντικό σας... Μωρέ, τί σκύλο ἔχετε; Αὐτὸ εἶναι θηρίο, ἀσλάνι καὶ καπλάνι!

Μπρέ, μπρέ, μπρέ! τὸ ζαγάρι τὸ πετσόκοψε! Γιὰ κοίταξε τί χάλια τό ῾κανε!»

Καὶ γύρισε σὲ μία γωνιὰ τῆς σπηλιᾶς, ποὺ κλαμούριζε τὸ σκυλὶ κ᾿ ἔτρεμε σὰν θερμιασμένο.

«Ἔλα δῶ, Φλόξ! Φλόξ!»

Μὰ ἡ Φλὸξ ἀπὸ τὴν τρομάρα της τρύπωνε πιὸ βαθιά.

Ἅμα ἤπιανε δυὸ-τρία κονιάκια, ὁ μπάρμπα-Παναγὴς ἄρχισε νὰ μασᾶ τὰ μουστάκια του, καὶ στὸ τέλος ἔπιασε νὰ τραγουδᾶ:

Καλὴν ἑσπέραν, ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Ὕστερα ὁ Δυσσέας ἔψαλε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε».

Ἐκείνη τὴν ὥρα ἀκούσανε πάλι τὰ σκυλιὰ νὰ γαβγίζουνε. Στείλανε τὰ παιδιὰ νὰ δοῦνε τί εἶναι. Ὁ ἀγέρας εἶχε μπουρινιάσει κ᾿ ἔρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο! Σὲ λίγο πάψανε τὰ σκυλιά, καὶ γυρίσανε πίσω τὰ παιδιά.

Ἀπὸ πίσω τοὺς μπήκανε στὴ σπηλιὰ τρεῖς ἄντρες, ποὺ φαινόντανε πὼς ἤτανε θαλασσινοί, καὶ δυὸ καλόγεροι, βρεμένοι ὅλοι καὶ ξυλιασμένοι ἀπ᾿ τὸ κρύο. Τοὺς καλωσορίσανε, τοὺς βάλανε καὶ καθήσανε.

Μόλις πῆγε κοντὰ στὴ φωτιὰ ὁ πρῶτος, ὁ καπετάνιος, τὸν γνώρισε ὁ Μπαρμπάκος κ᾿ ἔβγαλε μία χαρούμενη φωνή. Ἤτανε ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ὁ Μπιλικτσῆς, ποὺ ταξίδευε στὴν Πόλη. Εἶχε περάσει κι ἄλλη φορὰ ἀπὸ τὴ Σκρόφα, κ᾿ εἴχανε δέσει φιλία μὲ τὸν Μπαρμπάκο, ποὺ δὲν ἤξερε τί περιποίηση νὰ τοὺς κάνει· οἱ ἄλλοι δυὸ ἤτανε γεμιτζῆδες κι αὐτοί, ἄνθρωποι τοῦ καϊκιοῦ του.

Ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς καλόγερους, ἕνας σωματώδης μὲ μαῦρα γένεια, ὀμορφάνθρωπος, ἤτανε ὁ πάτερ-Σίλβεστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ὁ ἄλλος ἤτανε λιγνός, μὲ λίγες ἀνάριες τρίχες στὸ πηγούνι, σὰν τὸν Ἅγιο Γιάννη τὸν Καλυβίτη. Τὸν λέγανε Ἀρσένιο Σγουρή.

Ὁ καπετάν-Κωσταντὴς ἐρχότανε ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ πῆρε στὸ καΐκι τὸν πάτερ-Σίλβεστρο, ποὺ εἶχε πάγει στὴν Πόλη ἀπὸ τ᾿ Ἅγιον Ὅρος γιὰ ἐλέη, κ᾿ ἤθελε νὰ κάνει Χριστούγεννα στὴν πατρίδα του. Ὁ πάτερ-Ἀρσένιος εἶχε ταξιδέψει μαζί του ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Παντοκράτορας στὸ Ὄρος, κ᾿ ἤτανε ἀπὸ τὴ Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μὰ σὰν καβατζάρανε τὸν Κάβο-Μπαμπᾶ, ὁ ἀγέρας μπουρίνιασε, κι ὅλη τὴ μέρα ἀρμενίζανε μὲ μουδαρισμένα πανιὰ καὶ μὲ τὸν στάντζο, ὡς ποὺ φτάξανε κατὰ τὸ βράδυ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸ Ταλιάνι.

Ὁ καιρὸς σκύλιαξε κι ὁ καπετάνιος δὲν μπόρεσε νά ῾μπεῖ στὸ μπουγάζι, νὰ κάνουνε Χριστούγεννα στὴν πατρίδα.

Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ ποδίσει, καὶ πῆγε καὶ φουντάρισε στ᾿ ἀπάγκειο, πίσω ἀπὸ ἕναν μικρὸν κάβο, ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὸ μαντρί.

Κ᾿ ἐπειδὴ θυμήθηκε τὸν φίλο του τὸν Μπαρμπάκο, πῆρε τοὺς γέροντες καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους νοματέους καὶ τραβήξανε γιὰ τὸ ἁγίλι [=μαντρί]. Στὸ τσερνίκι εἴχανε ἀφήσει τὸν μπαρμπ᾿ - Ἀπόστολο μὲ τὸν μοῦτσο.

Σὰν εἴδανε πὼς στὴ σπηλιὰ βρισκότανε κι ὁ κύρ-Παναγὴς μὲ τὸν κύρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρὰ καὶ φασαρία.

«Μωρὲ νὰ δεῖς», ἔλεγε ὁ κύρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε τὸ τροπάρι, κι ἀπάνω ποὺ λέγαμε «ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο...», φτάξατε κ᾿ ἐσεῖς οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα!

Γιατί βλέπω μία νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσὸν καὶ λίβανον»!

«Χά! Χά! Χά!» - γελοῦσε δυνατὰ ὁ κύρ-Παναγής, μισομεθυσμένος καὶ ψευδίζοντας, καὶ χάϊδευε τὴν κοιλιά του, γιατί ἤτανε καλοφαγᾶς.

Στὸ μεταξὺ ὁ πάτερ - Ἀρσένιος ὁ Σγουρῆς ζωντάνεψε ὁ καϊμένος, κ᾿ εἶπε σιγανὰ χαμογελώντας καὶ τρίβοντας τὰ χέρια του:

«Δόξα σοι ὁ θεός, Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, ποὺ μᾶς ἐλύτρωσες ἐκ τοῦ κλύδωνος!» κ᾿ ἔκανε τὸν σταυρό του.







Ὁ πάτερ-Σίλβεστρος εἶπε νὰ σηκωθοῦνε ὄρθιοι, κ᾿ εἶπε λίγες εὐχές, τὸ «Χριστὸς γεννᾶται», κ᾿ ὕστερα μὲ τὴ βροντερὴ φωνή του ἔψαλε:

«Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων.
Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον, θρόνον χερουβικὸν τὴν Παρθένον, τὴν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ ἀνεκλήθη ὁ ἀχώρητος Χριστὸς ὁ Θεός, ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».

Ὕστερα καθήσανε στὸ τραπέζι.

Τέτοιο τραπέζι βλογημένο καὶ χαρούμενο δὲν ἔγινε σὲ κανένα παλάτι. Τρώγανε καὶ ψέλνανε. Καὶ τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα εἶχε ἀπάνω, ἀπὸ τὰ μοσκοβολημένα τ᾿ ἀρνιά, τὰ τυριά, τὰ μανούρια, τὶς μυτζῆθρες, τὶς μπεκάτσες καὶ τ᾿ ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ, ὡς τὴ λακέρδα καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ πολίτικα ποὺ φέρανε οἱ θαλασσινοί, καθὼς καὶ κρασὶ μπρούσικο.

Ὄξω φυσομανοῦσε ὁ χιονιᾶς, καὶ βογγούσανε τὰ δέντρα κ᾿ ἡ θάλασσα ἀπὸ μακριά. Ἀνάμεσα στὰ βουΐσματα ἀκουγόντανε καὶ τὰ κουδούνια ἀπὸ τὰ ζωντανὰ ποὺ ἀναχαράζανε.

Μέσα ἀπὸ τὴ σπηλιὰ ἔβγαινε ἡ κόκκινη ἀντιφεγγιὰ τῆς φωτιᾶς μαζὶ μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς χαρούμενες φωνές. Κι ὁ κυρ-Παναγὴς ἔκλεβε κάπου-κάπου λίγον ὕπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ᾿ ὕστερα ξυπνοῦσε κ᾿ ἔψελνε μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία.

Ἀληθινά, ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔλειπε τίποτα. Ὅλα ὑπήρχανε:

τὸ σπήλαιο, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι μὲ τὰ δῶρα, κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἤτανε παρὼν μὲ τοὺς δυὸ μαθητές του, ποὺ εὐλογούσανε «τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν».

«Χριστούγεννα στην σπηλιά» ( από ένα βιβλίο του μεγάλου Μικρασιάτη συγγραφέα Φώτη Κόντογλου)

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2007

Λαϊκές αγορές και αστέγαστες ιστορίες…Χανιά της Κρήτης ! Μια υποδειγματική, στεγασμένη λαϊκή αγορά, πρότυπο και για την δική μας Πολιτεία...







Πολύς λόγος γίνεται τις μέρες αυτές για τους ξέμπαρκους μετανάστες, για τα μέτρα «σκούπας» πού ετοιμάζονται ( αμάν, και πότε…), και για τά νέα μέτρα πού αναμένονται μαζί με τον Υπουργό πού κι΄ αυτός, από εβδομάδα σε εβδομάδα…αναμένεται!

Επειδή όμως όλα αυτά τα έχουμε ξανακούσει, θα παρακάμψω το θέμα, έως ότου δούμε πραγματικά γεγονότα και όχι συζητήσεις του αέρα…

Πολύς λόγος λοιπόν γίνεται για τις λαϊκές αγορές και για τά όσα εξ΄ αιτίας τους τραβάμε.

Θυμόσοφα ο λαός μας, λέει:

«όσα τραβάει το κορμί τα φταίει τό κεφάλι» και στην προκειμένη περίπτωση το κεφάλι, ή μάλλον τά πολλά κεφάλια ανήκουν σε κάποιων Δημαρχιακών «αρμοδίων» πού φοβούμενοι προφανώς και τον ίσκιο τους διστάζουν να πάρουν αποφάσεις πολιτικού κόστους « μια κι΄ έξω»…

Όλοι μας όμως τά βλέπουμε αυτά, αλλά κανείς «πρακτικά» δεν διαμαρτύρεται!

Αν όμως, κάποιες ενδιαφερόμενες ομάδες συμπολιτών κλείνανε τίποτα δρόμους, κρατάγανε τίποτα πλακάτ, και είχανε και κάποιες ντουντούκες, να είστε βέβαιοι φίλοι μου ότι το θέμα θα έφτανε στο Δημοτικό Συμβούλιο μέσα στο πρώτο 24ωρο !

Κι΄ όχι μόνο θα έφτανε, αλλά θα έπαιρνε τον δρόμο του για μία αξιοπρεπή λύση, μια «και ο κόσμος, ( ο λαός πού λέμε εμείς οι δημοκράτες των «προοδευτικών δυνάμεων»), φωνάζει !

Πατρινοί και Πατρινές, ξυπνήστε !

Εάν δεν βγείτε με ντουντούκες, εάν δεν χτυπήσετε κατσαρόλες και ντενεκέδες, εάν δεν φωνάξετε και κλείσετε δρόμους, ουδείς από την κεντρική διοίκηση θα σας ακούσει!

Αλλά δυστυχώς, πολλοί δεν έχουμε καταλάβει ακόμη, ότι η παλιά νοοτροπία μπέηδων και αγάδων πού νιάζονταν ( τρόπος του λέγειν) για τον λαουτζίκο έχει περάσει, κι΄ ότι τώρα εάν δεν διαμαρτυρηθείς συλλογικά και εντονότατα, ουδείς κρατικός φορέας σε ακούει…

Θυμήθηκα λοιπόν σχετικά κάτι, και αυτό τώρα θα καταθέσω, όταν πρίν μερικά χρόνια, βρέθηκα στα Χανιά της Κρήτης !

Είδα λοιπόν και θαύμασα ( το καλό πάντα να λέγεται ), τό τι έχει πετύχει εκεί κάτω η τοπική κοινωνία και οί Δημοτικοί άρχοντες, σχετικά με τις λαϊκές αγορές…

Όλες τις μέρες τις εβδομάδας πουθενά δεν συναντάς λαϊκές αγορές! Ρώτησα και έμαθα το γιατί;

Δεν χρειάζονται, μού είπαν.

Έχουμε μόνο μία, και μάλιστα στεγασμένη, με όλα τά αγαθά του Θεού μέσα!

Πράγματι, την επισκέφτηκα και δεν μπόρεσα να μη θαυμάσω την τάξη, την σειρά, την καθαριότητα, την ησυχία, αλλά και το πλήθος των πραματειών πού υπήρχαν εκεί μέσα. Εδώ τά φρούτα, εκεί τά ψάρια, εκεί τά τυριά, παραπέρα τά βιολογικά προϊόντα, πιο πέρα κάτι άλλο.

Ούτε φωνές, ούτε διαπληκτισμοί, ούτε σάχλες πού μερικοί ξεστομίζουνε « όλα τά σφάζουμε κι΄ όλα τά μαχαιρώνουμε», κι΄ « εδώ οί…ζωντανές πατάτες» ( λές και οί άλλες είναι ψόφιες ), ή, ακόμη τους πάγκους μέσα στην μέση των δρόμων και τά καφάσια αφημένα μπροστά στις πόρτες των σπιτιών από την προηγούμενη νύχτα, κάτι δηλαδή σαν Τούρκικο γιουσουρούμ και Ινδικό παζάρι της οκάς κινδυνεύοντας μάλιστα να παραπατήσουμε και να σκοτωθούμε…

Όλοι βλέπουν τά χάλια πού υπάρχουν, κι΄ αυτή την απαράδεκτη τριτοκοσμική κατάσταση πού επικρατεί, την κυκλοφορία πού μπλοκάρεται, τους περίοικους πού διαμαρτύρονται, τις γάτες και τα ποντίκια πάνω στα απομεινάρια της αγοράς, ( « εμείς πουλήσαμε και φύγαμε και βγάλτε τα μάτια σας περίοικοι…), αλλά ουδενός το αυτί ιδρώνει εκτός εάν έχει γρίπη οπότε δικαιολογείται…

Στεγασμένες λοιπόν λαϊκές μας χρειάζονται, με τάξη και καθαριότητα, χωρίς ενόχληση και χωρίς σκουπίδια, και επί πλέον με μία οριοθέτηση κι΄ ένα ξεκαθάρισμα αδειών απέναντι σ΄ αυτόν τον γιγαντισμό πού τώρα παρατηρείται και πού καμία αρχή πιά δεν μπορεί να ελέγξει…

Πατρινοί και Πατρινές, ξυπνήστε !

Εάν δεν βγείτε με ντουντούκες, εάν δεν χτυπήσετε κατσαρόλες και ντενεκέδες, εάν δεν φωνάξετε και κλείσετε δρόμους, ουδείς από την κεντρική διοίκηση θα σας ακούσει!

Κι΄ εσύ Δήμαρχε μη καθυστερείς πιά, αγωνιστής είσαι, κάτι λοιπόν πρέπει να κάνεις, αρκετά ώς εδώ, και δεν πάει άλλο…


Άντε, και ανθίσανε κυκλάμινα ως πού να φτιάξει η Δημαρχία την γούβα !!!

Η ιστορία μιάς γούβας… ( από προσωπική της συνέντευξη )







«Το μόνο πού θυμάμαι ήταν πώς με πάτησε ένα μεγάλο φορτηγό και μετά κατέρρευσα, υποχώρησα, τι άλλο να κάνω; Αλλά και πού να πάω; Τρύπωσα λοιπόν μέσα στην άσφαλτο κι΄ έγινα κι΄ εγώ μια μεγάλη, βαθιά, και επικίνδυνη γούβα!

Μάθαινα κατά καιρούς βέβαια, από τις βρισιές πού άκουγα από πάνω μου, ότι με δίνανε πεσκέσι στα συνεργεία αλλά κανείς δεν ερχόταν για διόρθωμα. Με είχανε περιφρονημένη όλοι τους…

Όλοι με βλαστημάγανε, και μάλιστα αυτοί με τά μηχανάκια.

Μια φορά, από τις πολλές καί πού να τις θυμάμαι τώρα όλες, πέρασε κι΄ ένας Αντιδήμαρχος, πράσινος ήτανε; Μπλέ ήτανε;

Πάντως κόκκινος δεν ήτανε !

Μόλις λοιπόν έπεσε η λιμουζίνα του μέσα στο χάος και τραντάχτηκε λίγο η κομπρεσσόρα του, γύρισε στον οδηγό του και τούκανε αυστηρή παρατήρηση, πώς σημαδεύει όλο στις γούβες. Ήτανε ανοιχτό το παράθυρό του, τον άκουσα, και σκέφτηκα:

«Έ, ρέ Αντιδήμαρχε, αυτούς με τα δίκυκλα δεν τους σκέφτεσαι καθόλου πού πέφτουν κάθε μέρα μέσα !

Μόνο στενοχωρήθηκε τώρα η καθησιά σου, πού έπεσες στο χαντάκι μου;

Πέντε μήνες τώρα πού βρίσκομαι εδώ, άφτιαχτη, απεριποίητη, χαρτί και μολύβι δεν είχες πάνω σου να με σημειώσεις κι΄ εσύ για δόσιμο, έστω καί στο…195; Γιατί, πού το ξέρεις, ίσως να σ΄ άκουγαν καλύτερα εσένα…»

Αυτά σκέφτηκα, αυτά φώναξα, κι΄ ακόμη περιμένω μήπως και μ΄ άκουσε και στείλει κανένα νεκροθάφτη από το Νεκροταφείο να με επιδιορθώσει μη θρηνήσουμε και κανένα θύμα…

Πού ξέρεις, «αρμόδιος» είναι κι΄ αυτός, και κάτι ίσως μπορεί να κάνει, περισσότερο από τους άλλους!

Εδώ, τό 195 για τις βλάβες του Δήμου Πατρών καθώς και ο κάλαθος των αχρήστων όπου (προφανώς ) καταλήγουν μέσα, οί περισσότερες καταγγελίες των πολιτών για απόσυρση παλαιών οχημάτων…






Τά όσα πιο πάνω αναφέρονται ανήκουν στον « ημερήσιο κύκλο παραλείψεων», αυτής της δυστυχισμένης πολιτείας…

Σήμερα-χθές λοιπόν, πρόσεξα μια νέα συνέντευξη του Αντιδήμαρχου Καθαριότητος μέσα στην οποία για κάθε πρόβλημα, μας παραπέμπει κι΄ αυτός πάλι στο «195», τον αποδιοπομπαίο τράγο όλων των υποθέσεων επί του οποίου φορτώνονται όλες οί πιθανές και απίθανες λύσεις…

Προφανώς κάποιοι θεώρησαν, ότι επειδή βάλανε ένα νούμερο, αυτό είναι πανάκεια «γιά πάσα νόσο και πάσα ασθένεια…», κι΄ ότι όλα βαίνουν καλώς και όρτσε-πρίμα μόλις και πάρεις αυτό το νούμερο;

Άμ, δε..

Όταν λοιπόν έχεις δώσει «αναγγελία», όχι γάμου αλλά περισυλλογής πεταμένου αυτοκινήτου, όχι μία αλλά 5 τουλάχιστον φορές στο 195, ενός ερειπίου δηλαδή, χωρίς αριθμούς, χωρίς τέλη κυκλοφορίας, με σκασμένα τζάμια και λάστιχα, άντρο γατών, ποντικών, νυχτερίδων, φιδιών, και κουκουβάγιων, μπροστά στην είσοδο μάλιστα μιάς πολυκατοικίας, και βλέπεις να παραμένει εκεί στην θέση του, 3 χρόνια τώρα, τι πρέπει να σκεφτείς;

Τι άλλο, από τό ότι η «υπηρεσία περισυλλογής» θέλει περισυλλογή και ή ίδια, οπότε την ρίχνουμε στα αζήτητα για να μη λέει και ο κόσμος ότι τον κοροϊδεύουμε…

Καθαρές δουλειές κύριοι αρμόδιοι, για να μη γελάει και ο κόσμος!

Ερείπια πραγματικά, σκορπισμένα σ΄ όλη την πολιτεία, και μάλιστα αρκετά απ΄ αυτά και με την βούλα τής Δημαρχίας επάνω τους και με «προθεσμία 40 ημερών, είδ΄ άλλως το μαζεύουμε » ( άλλο αστείο αυτό), αλλά έν τούτοις να παραμένουν αμάζευτα χρόνια ολόκληρα…

Ως πότε όμως;

Το κυκλοφοριακό θέριεψε, οί δρόμοι με το παραμικρό κλείνουνε, τά πάρκινγκ δεν επαρκούν, ή σπάθα του λεγόμενου «ιστορικού κέντρου» έχει γονατίσει απαγορευτικά την πολιτεία χωρίς κανείς να φροντίζει δυναμικά για τον αποχαρακτηρισμό της, οί κλήσεις πέφτουν βροχή τρώγοντας μισθούς και μεροκάματα φτωχών βιοπαλαιστών και των οικογενειών τους, κυνηγιούνται τά ΙΧ από το κέντρο κι΄ έχουνε φρακάρει τις περιφερειακές μικρογειτονιές δημιουργώντας εστίες επεισοδίων,

Εκείνο πού μας μάρανε ήταν η απαίτηση από το 195 να δίνει κάθε πολίτης όλα τα στοιχεία του, «για να δέσει η υπόθεση και να προχωρήσει το ζήτημα…»

Πολλά δεν ζητάτε καλοί μου άνθρωποι;

Μήπως δηλαδή θέλατε και απόσπασμα ποινικού μητρώου για να πάτε να μαζέψετε ένα πεταμένο αυτοκίνητο πού πιάνει πολύτιμες θέσεις χρόνια ολόκληρα;

Μά είναι ποτέ δυνατόν μέ τέτοιες γραφειοκρατικές αγκυλώσεις :

« πώς λέγεσαι; Πού μένεις; Ποιό είναι το τηλέφωνό σου; Πώς λέγετε η μάνα σου, και πώς ο πατέρας σου; », είναι δυνατόν Δημοτικοί μου αρμόδιοι, να σας εμπιστευτεί πολίτης;

Γιά να το μάθει μετά ο γείτονας ότι εσύ έκανες την καταγγελία να πάρει το κοτέτσι του από τον δρόμο, και να έλθει μετά με κανένα Ζωνιανό με καραμπίνα και να σε στήσει στον τοίχο;

Λέγονται και ζητιούνται αυτά τά πράγματα στην πονηρή εποχή μας;

Και όλα αυτά για να μαζέψουνε ένα σαράβαλο! Η τηλεφωνική γραφειοκρατία σε όλο το μεγαλείο της, και μάλιστα με ελάχιστο, μηδενικό αποτέλεσμα. Θαυμάστε τους…

« Μά επί τέλους, σε ποιόν φανταστικό κόσμο ζείτε, κύριοι Δημοτικοί υπεύθυνοι;

Και πώς να σας εμπιστευτεί ο απλός και χωρίς μέσον πολίτης;

Και μη μας πείτε τώρα ότι τελείωσε η σύμβαση με τον πρώτο εργολάβο συγκομιδής και τώρα θα βάλουμε άλλον…» γιατί αυτό το παραμύθι το ακούμε χρόνια και χρόνια τώρα σε κάθε διαμαρτυρία για περισυλλογή εγκαταλελειμμένων, αλλά τά διάσπαρτα σαράβαλα σας διαψεύδουν…»

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007

30 Νοεμβρίου, εορτή του Αγίου Ανδρέου, προστάτη της Πολιτείας μας…Παιδικές ενθυμήσεις πού σήμερα δεν υπάρχουν…






Αρκετές φορές θυμάμαι νοσταλγικά τις ημέρες εκείνες τις παλιές, αλλά και τις τόσο φτωχικά και πολιτιστικά περιορισμένες…

Καθώς πλησίαζαν οί μέρες της μεγάλης γιορτής, μας μάζευαν οί δάσκαλοι και μας πήγαιναν με τάξη και σειρά στο ετήσιο προσκύνημα στον Άγιο Ανδρέα, κάτι πού το βλέπω να γίνεται βέβαια και σήμερα, έστω και παραλλαγμένο…

Υπήρχε τότε μια φτώχεια απλωμένη και διάχυτη παντού, πράγμα πού σήμερα, επιφανειακά τουλάχιστον, δεν φαίνεται. Τότε φαινότανε, αλλά οί περισσότεροι «το ίδιο ήμασταν» μετά τις μέρες τών δυό μεγάλων πολέμων πού ή Ελλάδα είχε περάσει, αλλά κανείς δεν έδειχνε να στενοχωριέται.

Είμαστε όλοι το ίδιο, και ισοπεδωμένοι από τις καταστροφές και την φτώχεια της εποχής. Ελάχιστοι ξεχώριζαν…


Σωρεία νεκρών και αναπήρων κάθε εβδομάδα. Χρειαζόμαστε έναν Γιαγκούλα για να μας βάλει σε τάξη ! Τά βαθύτερα αίτια...



Ο καπετάν Γιαγκούλας ! Τό φόβητρο πού χρειάζεται κάθε οδηγός γιά νά έλθει στά "ίσα του..."




Τις μέρες αυτές, μία συρροή κακών μαντάτων μάς ξύπνησε από τον ύπνο τον βαθύ πού είχαμε από χρόνια πέσει…

Και είτε μέρα ήταν, είτε νύκτα, μας περικύκλωναν απανωτά και κατά κύματα τά άσχημα νέα. Σήμερα 2 νεκροί, προχθές 5, το χθεσινό βράδυ τρείς…

Άλλοι τσακισμένοι, άλλοι κουβαριασμένοι, πόδια, κεφάλια κομμένα, μανάδες ξεμαλιασμένες να κλαίνε στα μνήματα, κηδείες και κάσες έξω από τις Εκκλησίες, παιδιά ορφανά και κάποια τώρα, στους πέντε δρόμους…

Τις φταίει;

Ακούστηκαν και ειπώθηκαν πολλά, κλείστηκαν και από τους Δημάρχους για διαμαρτυρία οί δρόμοι ( και πολύ καλά έκαναν), μήπως ακούσουν και οί «υψηλά αρμόδιοι» το πρόβλημά μας.

Όμως…

Όλοι τά βάζουνε με την ολισθηρότητα των οδών, την έλλειψη διαχωριστικών, τις κλειστές στροφές της Παναγοπούλας, την κακή σήμανση των οδών, και μόλις λίγοι-πολύ λίγοι τολμούν να πούνε έξω από τά δόντια τά αυτονόητα, δηλαδή να τά βάλουν με τον κακό εαυτό μας…

Έναν «εαυτό», πού του δώσαμε ένα κομμάτι 1000 κιλών σίδερα και τον εξαπολύσαμε σε ανηφόρες και κατηφόρες, σε ισώματα και σε ευθείες, για να βρεί τον χάρο πού κι΄ αυτός είχε βγεί παγανιά, φτιάχνοντας το πάζλ της μοιραίας συνάντησης…

Άνθρωποι, ως επί το πλείστον, χωρίς «παιδεία οδήγησης», χωρίς διορατικότητα στο τι μπορεί να κρύβεται πίσω από μία στροφή, στό εάν πίσω υπάρχει μια νταλίκα χαλασμένη ή ένα κοπάδι πρόβατα, στο τι κινδύνους έχει μία γλίτσα μετά την πρώτη βροχή, στο τι σημαίνει φρενάρισμα επάνω σε χαλίκι, στο τι σημαίνει φαλτσάρισμα ρόδας πάνω σε βρεγμένη στροφή…

Κι΄ έν τούτοις, πολλοί απ΄ αυτοί ξαμολήθηκαν στο ντοβλέτι ξέροντας μόνο:

«αυτό λέγεται γκάζι, κι΄ αυτό λέγεται φρένο…».

Πήραν ένα αυτοκίνητο, ένα κάρο σίδερα πού λέγαμε, ή μια καινούργια μηχανή, μερικοί χρεώθηκαν κι΄ όλας ( αφήνοντας μετά τον θάνατό τους και τά χρέη πάνω στην οικογένεια), καβάλησαν το «τού-τού» και πήραν αμπάριζα και πάνε…

Πού πάνε; Πώς πάνε;

Ο Θεός βοηθός, λένε κάποιοι πού τους ξέρανε!

Αλλά δυστυχώς, και δυστυχέστατα ούτε τον Θεό βοηθό αρκετοί θέλουνε, γιατί ανεβαίνουνε σ΄ αυτά τά «φέρετρα» κι΄ ούτε ένα σταυρό δεν κάνουνε…

Απεναντίας μερικοί βλαστημούν Θεό και Αγίους με όλα τά μετέπειτα επακόλουθα, πηγαίνοντας στον άλλο κόσμο βλαστημώντας…

Πρίν λίγες μέρες ερχόμουνα με βροχή από Αθήνα προς Πάτρα…

Τυφλές προσπεράσεις επάνω στις κλειστές στροφές της Παναγοπούλας και με τις πινακίδες να δείχνουν «απαγορευτικό» σε δεύτερο αυτοκίνητο επάνω στην στροφή!

Κανείς δεν έκοβε, κανείς δεν επιβράδυνε, κανείς δεν υπολόγιζε! Ορμούσαν στις στροφές τουλάχιστον με 140km όταν οί πινακίδες γράφανε 40 !

Παρατηρούσα τους αριθμούς τους…

Τά περισσότερα ήσαν Πατρινά !

Δεν ήξεραν; Δεν είχαν ακούσει για τους τόσους νεκρούς πού θρηνεί από τις στροφές της Παναγοπούλας, αυτή η ρημαγμένη Πολιτεία;

Ιλιγγιώδεις ταχύτητες σε δρόμους φτιαγμένους για 90 με 100 χιλιόμετρα, μυαλά χαλασμένα από την υπεροψία «του εγώ ξέρω», τού «σ΄ εμένα δεν θα συμβεί αυτό», στο «εγώ έχω το τάδε αυτοκίνητο», στο « εγώ είμαι μάγκας και περνάω…», και άλλα πολλά και διάφορα, με αποτέλεσμα να την πληρώνουν και άνθρωποι πού δεν φταίγανε τίποτα…

Μια τελευταία Αστυνομική έρευνα έφερε στό φώς μία ανατριχιαστική λεπτομέρεια:

Στά περισσότερα τροχαία με νεκρούς, τά κοντέρ ήταν σταματημένα στα 180 χιλιόμετρα!!!






Μετά, μάς φταίνε οί δρόμοι ( πού όμως τους ξέρουμε ποιοί είναι και οφείλουμε να κανονίσουμε την συμπεριφορά μας ), μας φταίει η Αστυνόμευση και η Τροχαία ( πού δεν μας παίρνει χεράκι-χεράκι να μας πάει «άπα…» ), μας φταίει ή έλλειψη μεσαίας μπάρας (για να μας φυλάξει από τις στραβές πού έχουμε πρόθεση να κάνουμε), μας φταίει η βροχή, το κρύο, ό ήλιος, το χαλάζι…τέλος πάντων όλα μας φταίνε…

Μόνο η Αυτού Υψηλότης ο εαυτούλης μας δεν φταίει, γι΄ αυτό και ακριβώς έχουμε χάσει τον λογαριασμό μετρώντας ανάπηρους και σκοτωμένους…

Δεν λέω ότι όλα είναι σωστά! Δεν λέω ότι έχουμε άριστη σήμανση, ότι έχουμε καλούς δρόμους, ότι έχουμε σωστή Αστυνόμευση…

Όμως, αυτοί είμαστε! Αυτά τώρα έχουμε! Κι΄ ώσπου να γίνουν οί Νέες Εθνικές πρέπει κι΄ εμείς να συμμορφωθούμε πάνω σ΄ αυτά πού τώρα έχουμε…

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2007

"Σύναξη πάλι εκάμανε οι Ζωνιανοί στον Άδη, τούς κάλεσαν οι 17, πού πέσανε στ' Αρκάδι...»(λαϊκό άσμα)








Ο Αλή μπαμπάς και οί 40 κλέφτες – Ζωνιανά, και βίοι παράλληλοι...

(εδώ, με 400 κλέφτες απασχολούμενους σέ γεωργικές… «καλλιέργειες» )

Πάνω λοιπόν πού λέγαμε ότι με τά νέα μέτρα πού πάρθηκαν εδώ στην Πάτρα θα γλιτώναμε από τους Αφγανούς, τους Κούρδους, και τους Μούρδους ( γράψε «μούργους» ), μας προέκυψε νέο θέμα τώρα, όχι βέβαια τοπικό αλλά με Πανελλήνιες προεκτάσεις, για το οποίο σκεφθήκαμε να κάνουμε και μια μικρή αναφορά καθ΄ ότι επίκαιρο…

Μάθαμε λοιπόν τελευταία, ( κάποιοι άλλοι το ήξεραν βέβαια νωρίτερα ), ότι εκεί πάνω στον Κρητικό Ψηλορείτη κατοικεί μία ορεσίβια φυλή Ελλήνων, και υποτίθεται χριστιανών στο θρήσκευμα ( και τρομάρα να τους έλθει μ΄ αυτά πού κάνουνε), πολύ διαφορετική από την υπόλοιπη Ελλάδα…

Και μάλιστα, ότι οί περισσότεροι απ΄ αυτούς δεν θα το είχαν και σε τίποτα ( λίγο να τούς αφήνανε ακόμη ), νά υψώσουν καί σημαία ανεξαρτησίας δικής τους εμπνεύσεως και ζωγραφικής με δυό φούντες χασίς στο κέντρο και ένα καλάσνικωφ από πάνω, προφανώς για να τους θυμίζει το «ιερό καθήκον» πού έχουν νά επιτελέσουν απέναντι της κοινωνίας !

Μάθαμε ακόμη, ότι εκτός από τις γνωστές αγροτικές σειρές « Funda – Lite» και «Mylopotamos – extra» πού καλλιεργούν για να βγάζουν το φτωχό ψωμάκι τους, ότι η «ποιότητα» είναι πρώτη στην Ολλανδία ( εκεί έφτασε η χάρη τους ), κι΄ ότι έχουν τόσες πολλές φυτείες στο χωριό τους πού μη έχοντας πού αλλού να τις φυτέψουν τις φύτεψαν επάνω στις ταράτσες των σπιτιών τους και πάνω στα κεραμίδια τους !

Πάλι καλά πού δεν τις φύτεψαν και πάνω στά κεφάλια τους, με την φόρα πού είχαν πάρει!

Εφάρμοσαν προφανώς στην πράξη, μία παλαιότερη «κοινωνική οδηγία» γνωστού πολιτικού, πού οί κακές γλώσσες έλεγαν ότι ήταν υπέρ της λύσης των «προσωπικών ναρκωτικών» μ΄ εκείνη τήν γνωστή παρότρυνση:

« Φύτεψε κι΄ εσύ μια φούντα για προσωπική σου χρήση στην γλάστρα του σπιτιού σου ! »







Λιθόκτιστη ντάπια των Ζωνιανών, ίσως και μυστικό «εργαστήριο», χρήσιμη πάντως «έν καιρώ πολέμου…» !

Μας έζωσαν λοιπόν τά φίδια σαν πλήθυναν οί αποκαλύψεις από τά Ζωνιανά, καθώς κι΄ οί φήμες για άλλα, πολύ περίεργα πράγματα…

Ειπώθηκε ακόμη, ότι κυκλοφορούν με κάτι θηριώδη και πανάκριβα αυτοκίνητα με φιμέ τζάμια άνεργοι όντες ( γιατί τους στραβώνει ο ήλιος βγήκε κάποιος και είπε, και μας στράβωσε όλους μετά...), ότι κάνουν πολλά παιδιά ( για να έχουν προφανώς και πολύ προσωπικό για το «πότισμα» ), και ότι τέλος πάντων δίνουν «ζωή και μαγκιά» στον τόπο τους με τά τόσα «ωραία» πού κάνουν εκεί πάνω, βοηθούντος και του καθαρού αέρα, του βουνίσιου πού λέμε, κι΄ ότι έχει να πατήσει αστυνομικός στα μέρη τους από την εποχή του Αρταξέρξη, για να μη πούμε και νωρίτερα…

Μά θα μού πείτε τώρα, υπάρχουν τέτοια γραφικά μέρη και δεν τά ξέραμε;

Τόσο καθυστερημένοι στην Πατριδογνωσία λοιπόν υπήρξαμε, πού μόνο τά Σαγέϊκα μάς ήταν γνωστά, με τά θρυλικά εμπόριά τους, και μας προέκυψε τώρα και Μυλοπόταμος;

Ναι φίλοι μου, πιαστήκαμε αγεωγράφητοι, άθλιοι, και ανημέρωτοι, και πολύ λυπάμαι για τά χάλια μας, αλλά αυτά έχει η ζωή…

Το παρακάτω ποίημα, είναι από γνωστή συλλογή ενός αγνώστου ποιητή:

"Σύναξη πάλι εκάμανε οι Ζωνιανοί στον Άδη.

Τους κάλεσαν οι 17 που πέσανε στ' Αρκάδι

Καλούν και τσ' άλλους Ζωνιανούς από τη Θεσσαλία

Θράκη, Μωριά, και Ρούμελη, και τη Μακεδονία

Ήπειρο, Κρήτη και νησιά και τη Μ. Ασία

όσους για την πατρίδα μας γενήκανε θυσία.

Γιατί στην επικράτεια δεν είναι ούτε στρέμμα

που να μην το ποτίσανε οι Ζωνιανοί με αίμα.

( αυτό μάλιστα... )

Για να μπορούμε σήμερα ελεύθερα να ζούμε

κι αιώνια τη μνήμη τους ως πρέπει να τιμούμε."

Κλείνουμε τώρα την παρένθεση ερχόμενοι και στα δικά μας …

Για τό κυκλοφοριακό λοιπόν μιλήσαμε αρκετά, για τους μετανάστες επίσης, για τις αμέτρητες γούβες και τις παράνομες πινακίδες STOP και GARAZ πού έχει βάλει ο καθένας από μία και χωρίς άδεια, και γι΄ αυτές μιλήσαμε…

Τι άλλο μας μένει;

Θα σταθούμε λοιπόν τώρα, σε δυό τελευταίες επισημάνσεις πού τρέξανε στις τοπικές ειδήσεις, και αυτές είναι :

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ !

1η ) Μπαράζ κλοπών και διαρρήξεων σ΄ όλη την Πάτρα…Κάθε ατιμωρησία, δρά καταλυτικά στην εμπέδωση της ασφάλειας του πολίτη!

Μεγάλο κακό φαίνεται να έχει πέσει στην τοπική κοινωνία μας, μαχαίρια αστράφτουν, τσάντες ξυραφίζονται και κλέβονται, πιστόλια απειλούν πολίτες, ναρκωτικά κυκλοφορούν μέχρι καί στίς λαϊκές χέρι μέ χέρι, ξύλο πέφτει, τρέχει η Αστυνομία με φιλότιμο να συλλάβει τους κακοποιούς και αφού κινδυνέψουν και κάποιοι αστυνομικοί να χάσουν και την ζωή τους για να τους συλλάβουν ( και ν΄ αφήσουν γυναίκα και παιδιά στους πέντε δρόμους), στο τέλος διαβάζουμε στις εφημερίδες και το φινάλε της υπόθεσης πού μας αφήνει εμβρόντητους:

« κατόπιν συντονισμένης προσπάθειας της αστυνομίας συνελήφθη ο κακοποιός πού απείλησε, μαχαίρωσε, έσφαξε κλπ. και αφού προσήχθη για κανονική ανάκριση, πήρε τακτική δικάσιμο και αφέθηκε ελεύθερος ! »

( προφανώς για να ξανακάνει τά ίδια… )

ή :

« συνελήφθη ο κακοποιός πού έδειρε άγρια και μαχαίρωσε προχθές έναν καταστηματάρχη, αλλά λόγω παρέλευσης του αυτόφωρου, αφέθηκε ελεύθερος ! »

( …και είς άλλα με υγεία ).

Αρκετοί πολίτες όμως, διαβάζοντας όλα τα παραπάνω, νομίζουμε ότι δικαιολογημένα διερωτώνται τώρα και λένε:

« Όταν ένας αστυνομικός βλέπει, ότι ο κακοποιός τον οποίο συνέλαβε χθές μετά πολλών βασάνων και καταδιώξεων τώρα ν΄ αφήνεται ελεύθερος, πώς μπορεί μετά αυτός να δουλέψει με συνέπεια για συλλήψεις κακοποιών και γιατί να το κάνει διακινδυνεύοντας έτσι την ζωή του;

Βέβαια, εμείς οί αστοί δεν ξέρουμε πολλά - πολλά από ποινική δικονομία, από δικαστικά άρθρα και νομικά παραθυράκια και τερτίπια, αλλά σαν πολίτες αυτής της ταραγμένης, τελευταίως πολιτείας, σκεπτόμαστε μήπως εάν όλα αυτά πού συμβαίνουν γύρω μας ανήκουν σε μία ευνομούμενη, ή μήπως σε μια τριτοκοσμική πολιτεία;

Και το λέμε αυτό, βλέποντας νόμους και τακτικές πού διασφαλίζουν περισσότερο τον ένοχο και αδικούν κατάφωρα το θύμα.

Και πώς μπορεί ένα δεδηλωμένο κακοποιό στοιχείο ν΄ αφήνεται μια, και δυό, και τρείς φορές ε λ ε ύ θ ε ρ ο από τους ανακριτές και τους εισαγγελείς , ώστε να συνεχίζει την τρομοκρατία των συμπολιτών του, όπως συνέβη με την γνωστή καί παλαιότερη υπόθεση της Παραλίας Πατρών;

Άραγε, για τά όσα υπέστησαν τά θύματα αυτά από τις απελευθερώσεις των κακοποιών, κανείς κρατικός λειτουργός δεν έχει ευθύνη;

Μήπως θα έπρεπε σε ένα κράτος δικαίου να αναζητηθούν αυτόματα και ευθύνες για όσους άφησαν τέτοια θηρία ελεύθερα, και μάλιστα να αναγκαστούν να πληρώσουν και από την ατομική περιουσία τους αποζημιώσεις τούς παθόντες ( κι΄ όχι από τον κορβανά του κράτους ), ώστε σε επόμενη φορά να σκεφτούν πολύ καλά, τέτοιες νέες «απελευθερώσεις;»

Και μπαίνει πιά το ερώτημα:

Μήπως κάποιοι νόμοι πού γράφτηκαν για κάποιες άλλες, ήσυχες εποχές, πρέπει τώρα ν΄ αλλάξουν;

Καί τί σημαίνει ότι, έτσι καί περάσει τό λεγόμενο "αυτόφωρο" ο ελαφρά εγκληματίσας δέν συλαμβάνεται γιατί δέν τόν πιάσαμε στό πρώτο-δεύτερο 24ωρο ( κρυβότανε βλέπετε ), καί ώς εκ τούτου μπορεί νά κοιμάται ήσυχος μέχρι νά γίνει δικαστήριο, συνεχίζοντας νά απειλεί καί νά βασανίζει όπως καί πρώτα τούς συμπολίτες τους;

Μήπως αναβιβάσαμε πιά, τήν κάλυψη τού "Αυτόφωρου" στό ύψος ενός ιδιότυπου "εμπάργκο τής εγκληματικότητας; "

Αυτά είναι ερωτήματα κρίσιμα στα οποία, τόσο ο μέσος όσο και ο παθών πολίτης, ζητεί και οφείλει απάντηση!

Το από πού θά την πάρει όμως, έ, αυτό είναι μία άλλη ιστορία…

2η ) Ένας δήμαρχος πάνω απ΄ τά κάγκελα !






Το ιστορικό σχολείο επί του οποίου εσημειώθη το άλμα του Μεγαλέξανδρου προς το καταραμένο φίδι…

Και βέβαια πρόκειται για τον κ. Κολιτσίδα, Δήμαρχο των Δεμένικων-Μεσάτιδος και γύρω χώρας, πού μ΄ ένα σάλτο – μορτάλε και χωρίς κοντάρι στο χέρι του πέρασε σαν ιπτάμενος σίφουνας τά κάγκελα του υπό κατάληψη σχολείου, μπήκε σαν Μεγαλέξανδρος μέσα στο περιβόλι του και σκότωσε το καταραμένο φίδι!

Το φίδι της ασυνεννοησίας, της γραφειοκρατίας, της αντιπαράθεσης, και της μαθητικής λουκετομανίας !

Τά βρήκε με τους μαθητές, συμφώνησαν για νέο σχολείο, τέρμα και η κατάληψη, τά σχολείο ξανάνοιξε!

Μπράβο σου Δήμαρχε, κι΄ άς μη σε ξέρουμε προσωπικά, έβγαλες ασπροπρόσωπο και τ΄ όνομά σου, ζήτω κι΄ ο παππούς σου πού σού τό χάρισε, πάντα τέτοια να κάνεις, βούηξαν και οί εφημερίδες με το σκέρτσο σου, τώρα ακούνε «Κολιτσίδας» κάποιοι κακοί Ρομά και περιθωριακά στοιχεία στα Δεμένικα, και από τον φόβο τους τρέχουν και πάλι τρέχουν για να γλιτώσουν από το βόλι σου…







Δήμαρχε, έβγα έξω, μη κρύβεσαι από ταπείνωση! Έβγα να σε χειροκροτήσουμε…Ράμπο θέλουμε για τά προβλήματά μας !

Συμπέρασμα:

Ράμπο δημάρχους λοιπόν θέλουμε, κι΄ όπου τους βρούμε να τους ψηφίζουμε μπάς και διορθώσουμε τίποτα, από τά αιωνίως αδιόρθωτα…