Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Δύο σύγχρονα φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου στά 1906, στον τότε Πασά της Θεσσαλονίκης…




Άγιος Δημήτριος , ανώτερος Στρατιωτικός Διοικητής Θεσσαλονίκης
 ( 284 - 305 μχ )










Πρίν λίγες μέρες ψάχνοντας στο παλιό σεντούκι τού σπιτιού μου, και σέ κάποια παραμελημένα βιβλία μου, βρήκα μια ξεχωριστή περιγραφή για δυό φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου πού είχε κάνει στα 1906 και πού ελάχιστοι σήμερα τά γνωρίζουν...

Τά βρήκα σ΄ ένα βιβλίο αυτοβιογραφίας με τίτλο « Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, 1884 – 1980» , με 700 τόσες σελίδες, όλες ξεχωριστές και υπέροχες. Όποιος το διαβάσει δεν θα χάσει…


Τις μέρες αυτές λοιπόν πού γιορτάζουμε τον Άγιο Δημήτριο θα παραθέσω μία άγνωστη περιγραφή, απ΄ αυτές πού σήμερα ίσως και να σπανίζουν…

«….Μετά δύο ημέρας φθάσαμε εις Θεσσαλονίκην, ή οποία τότε κατείχετο ύπό τών Τούρκων καί, επειδή εγώ άπό μικρός είχον εύλάβειαν είς τον Άγιο Δημήτριο, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον νά έξέλθωμεν τοϋ ατμόπλοιου, διά νά προσκυνήσωμεν τον τάφον τοϋ Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τοϋ Μυροβλήτου.

Εξελθόν­τες μετέβημεν καί προσκυνήσαμε μετά κατανύξεως τον Τάφον τοϋ Αγίου καί, έπιστρέψαντες εις τι ξενοδοχεΐον Έλληνικόν, έμείναμεν ολόκληρον την ήμέραν καί το εσπέρας. 

Την έπομένην ήτοιμάσθημεν ν' άναχωρήσωμεν δι' Άγιο "Ορος καί μεταβάντες εις το Τελωνεϊον, δέν μας επέτρεψαν ν' άναχωρήσωμεν.

Δεν θά φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι !




Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δέν συμβαίνει καί, έφ' όσον τά διαβατήρια μας είναι επικυρωμένα άπό το Τουρκικόν Προξενεϊον καί την Πρεσβείαν, οφείλουν νά μας επιτρέψουν ν' άναχωρήσωμεν, άλλ' ούδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας·
Δεν μας έφυλάκισαν, άλλα μας εΐχον υπό έπιτήρησιν αύστηράν, και εις το ξενοδοχεΐον πού έμέναμεν έφύλαττον στρατιώται, και όταν έξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται.






Έμείναμεν οΰτω άρκετάς ημέρας. Τα χρήματα όλιγόστεψαν και ήρχίσαμεν νά στενοχωρούμεθα. Μίαν ήμέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον.
--- Θά υπάγω εις το κονάκι νά παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας έπιτρέψη εκείνος ν' άναχωρήσωμεν. 
Την έπομένην εγερθείς λίαν πρωΐ μετέβην πρώτον είς τον Τάφον τοϋ Άγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον "Αγιον νά μεσιτεύση προς τον Κύριον νά άφεθώμεν ελεύθεροι και ύπάγωμεν εις το "Αγιον "Ορος.
Άφοϋ προσηυχήθην ίκανην ώραν και έκάθησα ολίγον νά αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον τοϋ 'Αγίου Δημητρίου· πώς έλογχεύθη και απέθανε δια την άγάπην τοϋ Χριστού και την πίστιν μας την άγίαν, και πώς έδοξάσθη παρά Θεοΰ και εν γη και εν ούρανώ και θά δοξάζεται είς τους αιώ­νας τών αιώνων.

Αυτά συλλογιζόμενος μού  ήλθεν επιθυμία, νά ήτο τρόπος, νά άπέθνησκον καΐ εγώ διά την Όρθόδοξον Πίστιν και την άγάπην τοϋ Χριστού.
Παρεκάλουν λοιπόν τον "Αγιον Δημήτριον όχι νά μεσιτεύση νά άφεθώμεν ελεύθεροι, άλλα νά μεσιτεύει νά αξιωθώ μαρ­τυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς έπιτυχίαν τοΰ ποθού­μενου.
Είπον καθ' εαυτόν, θά υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θά παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θά τους δώσω άφορμήν τίνα και αυτοί θά μού ειπούν τι διά τήν πίστιν μου.
Θά μαρ­τυρήσω την δική τους πλάνη, αυτοί ίσως μού ειπούν ν' αρνηθώ τήν πίστιν μου και εγώ θά σταθώ γενναίος. 
Θά προτιμήσω τον θά­νατον και οΰτως θά τύχω μαρτυρικού τέλους. 
Ευθύς λοιπόν ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περπατούσα είς ενα διάδρομον.
Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ήρώτησε τί ζητώ. Τού λέγω,
---Θέλω τον Πασά.
--- Και τί τον θέλεις;
---"Εχω λόγον νά του πώ, απήν­τησα. Μού λέγει,
--- Εγώ είμαι αντιπρόσωπος τοϋ Πασά, είπε μοι ελευ­θέρως τί θέλεις; Τφ λέγω-
-- Αφού είσαι αντιπρόσωπος τοϋ Πασά, πές μου, δια ποίον λόγον δεν μάς αφήνετε να ύπάγωμεν εις το "Αγ. "Ορος;
Μού απήντησε με αύστηρόν τρόπον,
--- Δεν θα σού δώσω τον λόγον. Τού λέγω με θάρρος·
--Δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ένώ δεν πταίσαμε, ένώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ένώ τα χαρ­τιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί νά μάς εμποδίζε­τε και μάς στενοχωρείτε; 
Τα χρήματα πού είχαμε μάς σώθηκαν, πώς θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Έάν σεϊς πηγαί­νατε είς την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι νά σας εκαμνον ό,τι σεις κάμνετε εις ημάς;
Οί λόγοι ούτοι τον ήρέθισαν και έκίνησεν εις θυμον και ήρχισε νά κρούη τον κώδωνα δυνατά.
Ευθύς έσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με έπήγαιναν εις τον Λευκόν Πΰργον.  
Τίνα σκοπόν εΐχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως διά νά με φυλακίσουν, άλλ' εγώ ποσώς δεν έδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον έλυπούμην πού δεν μοί εΐπόν τι διά την πίστιν μου.
"Ηλπιζα όμως ότι εκεί πού θα μέ έπήγαινον κάτι θά μοϋ ελεγον.
Και βαδίζοντες προς την όδόν τοϋ μαρ­τυρίου παρεκάλουν τον "Αγιον Δημήτριον νά μεσιτεύση προς Κύριον και μέ άξιώση μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημα Του, ή εάν δεν εΐναι νά μέ λυτρώσει από τάς χείρας των άθεων, βαρβάρων, αιμοβόρων, και αγρίων Αγαρηνών.

Μόλις έπροχωρήσαμεν ολίγον, νά και παρουσιάζεται ένας α­νώτερος των, όστις τους ομίλησε Τούρκικα.

Τί τους είπε δεν ήννόησα· μόνον αντελήφθην ότι τους ομίλησε μέ θυμόν και τους έδιω­ξε. Τον δε άξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ό αίτιος και μέ συνέλαβον, έσήκωσε τήν ράβδον του και τον έκτύπησε εις τον ώμον. 
Άφοϋ δε τους έξεδίωξε μέ έπλησίασε μέ ιλαρό βλέμμα και χαϊδευτικά μέ έκτύπησεν είς τον ώμον μέ το χέρι του και μέ παρέδωκεν εις ενα στρατιώτην φρόνιμον έξ Ιωαννίνων.

Και τού έδωκεν έντολήν νά μέ ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το όποιον εύρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, διά νά επιστρέψω είς τήν Ελλά­δα.
Μή γνωρίζοντας ποιός ήταν αυτός πού έδωσε τις διαταγές ρώτησα τον στρα­τιώτην νά μοι πεί, και εκείνος μοι είπεν ότι ήτο ό ίδιος ο Πασάς.
Και διατί έκτυπησε μόνον τον ίδιαίτερόν του και τί τοϋ εΐπε; Τον έπέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς νά τοϋ ζητήση άδειαν σέ κατεδίκασε εις θά­νατον.
-- Και ποϋ μέ έπήγαιναν τοϋ λέγω;
---Είς τον Λευκόν Πύργον, μοι άπεκρίθη. Σέ έπήγαιναν διά νά σέ εκτελέσουν. Έκεΐ πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείνουν διά ν' αποθάνουν άπο τήν πείναν, τήν δίψαν και τήν δυσωδίαν.
Έχάρην διότι έλυτρώθην έκ των χειρών των αγρίων εκείνων Αγαρη­νών, επειδή ήγνόουν έάν θά μέ έφόνευον διά τήν πίστιν μου, αλλά και έλυπήθην, διότι δέν ετυχον τοϋ μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει νά γίνεται νομίμως, ώς λέγει ό θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος «Έάν δε καί άθλή τις, ού στεφανονται, εάν μή νομίμως αθλήσει…» (Β' Τιμ. 2, 6).

Εις έμέ μέν ϋπήρχεν ό ζήλος και ό πόθος διά νά μαρ­τυρήσω, αλλά δέν συνυπήρχε ό λόγος και ή αιτία. Διά νά μαρτυρήση τις πρέπει νά ύπάρχη εύλογος α'τία. Πρέπει νά είναι κατά Θεόν το μαρτυριον. 
Το νά θέλη τις χωρίς λόγον καί άφορμήν νά προκαλεί είς εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτη μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι έπικίνδυνον. 
Μετέβημεν κατόπιν είς το ξενοδοχεΐον, και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματα μου άπεχαιρέτησα τον άγαπητόν μοι φίλον Νικόλαον…
Τον άπεχαιρέτησα και άνεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν ε­κείνον Τούρκο στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας, Καθ' όδόν με έπαρηγόρει νά μη στενοχωρούμαι, αλλά νά έχω ύπομονήν, και φωνήσας λεμβοϋχον τίνα Έβραΐον τού είπε νά μοι ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον.
Μοι εΐπεν δε νά μη υπάγω άπό το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχώρηση το Ατμόπλοιον και δεν προφθάσω νά φύγω. '

Αλλά μόλις έπροχωρήσαμε ολίγον μας αντε­λήφθησαν εκ τοΰ Τελωνείου και ήρχισαν νά φωνάζουν νά έπιστρέψωμεν. Επειδή όμως ό στρατιώτης είχεν εΐπει εις τον λεμβοϋχον ότι ό Πασάς έδωκε διαταγήν νά φύγω έπροχώρει.
Βλέποντες οί τού Τε­λωνείου ότι δεν έπέστρεφεν ούτε έσταμάτα ήρχισαν νά ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα· 
και έμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ηρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς έπρόφθασα και άνήλθον εις το άτμόπλοιον, όταν αύτοι μας έπλησίασαν.
Άρχισαν να άπειλούν και να κτυποϋν τον λεμβοϋχον. "Οταν όμως τους είπεν ότι εΐχεν έντολήν άπό τον Πασά, τον Διοικητήν, να με ύπάγη εις το πλοΐον, τον άφήκαν.
Δεν ήτο, ώς φαίνεται, θέλημα Θεοϋ να υπάγω ε'ις το "Αγιον "Ορος και δια τοϋτο ήλθον όλα τα εμπόδια. 
Όφείλω δε μεγίστην εύγνωμοσύνην εις τον προστάτην μου Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριον, τή μεσιτεία και πρεσβεία τοϋ οποίου έσώθην άπό τον κίνδυνον τοΰ θανάτου.

ΤΟ  ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΣΑ…
=========================

Άλλ' επειδή δεν κατάλαβα πώς και δια ποίαν αιτίαν ό Πασάς έδειξεν τόσον ενδιαφέρον για μένα για να με σώσει, ερευνούσα αυτό  να το μάθω.
Έτσι λοιπόν, έμαθα τι ακριβώς είχε συμβεί μετά δύο περίπου έτη, άπό τον φίλον μου Νικ. Μητρόπουλον, Δικηγόρον, ό όποιος μετέβη και εύρίσκετο είς το "Αγιον "Ορος.
Μεταβάς λοιπόν προς έπίσκεψίν του και προσκύνηση τοϋ Άγιωνύμου "Ορους ελαβον πληροφορίας πώς και γιατί ότι ό Πασάς με ελευθέρωσε και με έστειλε είς την Ελλάδα.
«Μετά δύο ή τρεις ημέρας, μού λέγει ο δικηγόρος, της αναχωρή­σεως σας εκ Θεσσαλονίκης και επιστροφής εις την Ελλάδα, καθήμενος εξω τοΰ καφενείου τοΰ κάτωθεν τοϋ ξενοδοχείου, ( εις το οποίο εξ αρχής είχαμε τότε μείνει φρουρούμενοι υπό στρατιωτών Τούρκων, μή τυ­χόν δραπετεύσουμε λάθρα), με πλησίασε και με χαιρέτησε ό Υπασπι­στής αξιωματικός τοΰ Πασά τής Θεσσαλονίκης, παλαιός γνωστός μου, και με τον όποιον είμεθα μέλη εις την σχηματισθεϊσαν  ΈλληνοΤουρκικήν έπιτροπήν μετά τον άτυχη ΈλληνοΤουρκικόν  πόλεμον τοΰ 1897, προς συμφωνίαν και καθορισμόν τών συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας.
Άφοϋ μείναμεν σύμφωνοι και ύπεγράψαμεν την είρήνην, άπαντα τά μέλη τής Επιτροπής, Έλληνες και Τούρκοι, μετέβημεν χαίρον­τες εις Κέρκυραν, εις το Άχίλειον, και έορτάσαμεν τήν ειρήνην έπι μίαν εβδομάδα.

Ό υπασπιστής τοϋ Πασά, όταν με είδε είς το καφενεΐον, με έγνώρισε και με ήρώτησε πώς εύρέθην εις την Θεσσαλονίκην.
Εγώ τοΰ ανέφερα όλην την ύπόθεσιν και αμέσως έδιωξε τους στρατιώτας πού με έφύλαττον και φωνήσας άμαξηλάτην με έπηρεν εις τον οί­κον του, με περιεποιήθη και την αλλην ήμέραν έπήγαμεν όμοϋ εις τον Πασάν, εις τον όποιον με συνέστησεν ώς φίλον του και τον παρεκάλεσε να μού έπιτρέψη να μεταβώ εις "Αγιον "Ορος.
Ό Πασάς είπεν εις τον ύπασπιστήν του ότι είμαι ελεύθερος ,  να με συνοδεύσει μέχρι του  Ατμόπλοιου και να μού  παρέχει  πάσαν  προστασίαν και βοηθειαν και προσέθεσεν και ταύτα:
--- «Ηταν και κάποιος άλλος νέος ( πού είχε συλληφθεί και ήθελε να πάει στο Άγιο Όρος ), δια τον όποίον  πρωΐαν τινά, ενώ έκοιμούμην  ήσύχως, εισήλθε εντός τοΰ δωματίου μου ό  "Αγιος Δημήτριος ένδεδυμένος στολήν Στρατηλάτου, φέρων μαζί και τα άρματα του, και μοι λέγει προστακτικώς και με βλέμμα αύστηρόν:

---Έγέρθητι πάραυτα, ένδύθητι, και ύπόδεσε τα σανδάλια σου και ΰπαγε εις την δείνα όδόν της πόλεως να ελευθέρωσης νέον τινά δικασθέντα αδίκως και άπαγόμενον εις θάνατον υπό τοΰ ιδιαιτέρου γραμματέως σου.
Άφοϋ δε τον ελευθερώσεις και τον λυτρώσης τοΰ θανάτου, να τον στείλης εις το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο ναυλοχούν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το όποι­ον ετοιμάζεται προς άναχώρηση…
«Και σπεύσας», είπε ο Πασάς, «τον λύτρωσα εκ τού κινδύνου και τον απέστειλα εις την Ελλάδα».

Και τότε έγνώρισα ότι ό σωτήρ και ρύστης μου εκ της καταδίκης τοΰ θανάτου μου ήτο ό Μεγαλομάρτυς Άγιος Δημήτριος ό Μυροβλήτης.

Κι΄ έτσι επαλήθευσε και ή προφητεία τοΰ Αγίου Νεκταρίου πού μού είχε πεί ότι, όπου και αν υπάγω, εις την Λογγοβάρδαν θα καταλήξω. 

Έπληροφορήθην δε εκ τούτου ότι πρέπει πάντοτε να εχουμε τελείαν ύπακοήν εις τον Πνευματι­κόν μας Πατέρα, χωρίς άντιλογίες, και να ποιούμε ουχί το θέλημα το δικό μας, άλλα το θέλημα τοΰ Πνευματικού μας Πατρός μιμούμενος τον Κύριον ημών Ίησοΰν Χριστόν, "Οστις ήλθεν εις τον κόσμον ούχι να ποιη το θέλημα το Ίδικόν Του, άλλα το θέλημα τοΰ πέμψαντος Αυτόν Πατρός…

Δεύτερη σύλληψη και φυλάκιση υπό τών Τούρκων…
==========================

Άναχωρήσας εξ Άγίου "Ορους καί, όταν το πλοίον εφθασεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, έ­κρινα καλόν νά εξέλθω διά νά προσκυνήσω τον τάφον τοϋ Αγίου Δημητρίου, τοϋ προστάτου μου και μετά Θεόν φύλακος και σωτήρος μου.
Έξελθών, δεν ήξεύρω πώς, πάλιν οι Τοϋρκοι με έξέλαβον ως κατάσκοπον και με είχον υπό έπιτήρησιν αρκετάς ημέρας. 
"Οταν δε απεφάσισα να φύγω και έπέρασα άπό τό Τελωνεΐον με συνέλαβον και με έπέρασαν άπό τρεις σειράς συρματοπλεγμάτων και με έκλει­σαν εκεί.
Εΰρον δε εκεί κεκλεισμένον νεανίαν, τον όποιον ήρώτησα·
-- Διά ποίον λόγον μας έκλεισαν; Και μού λέγει-
--Διά νά μας φονεύ­σουν, και εγώ είπον
--Τί κακόν έποιήσαμεν;
--Άφησε, μού είπε, μη ε­ξετάζεις τό γιατί…
Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και κατέπλευσεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης Ατμόπλοιον έρχόμενον εκ Ρουμανίας με φορτίον πετρελαίου και αρκετούς έπιβάτας.
Μόλις όμως έφθασεν, τίς οίδε πώς και άπό ποίαν αίτίαν, κάποιο ντεπόζιτο πετρελαίου πήρε φωτιά, τό οποίον ακαριαίως μεταδόθηκε εις όλον τό φορτίον, και εις μίαν στιγμήν κρότοι ισχυροί ήκούοντο και φλόγες ούρανομήκεις άνεπετάσσοντο.
                                     Ή Θεσσαλονίκη έγένετο ανά­στατος !
Χιλιάδες ανθρώπων κατήλθον εις τήν παραλίαν, άλλοι διά νά δούν και άλλοι νά σώσουν τους κινδυνεύοντας έπιβάτας με τάς λέμβους και τά πλοία. Έφυγον δε και όλοι οί φύλακες άπό τό Τε­λωνείο.
Τήν στιγμήν έκείνην ό νεανίας εκείνος έξαγαγών ψαλίδιον έκ της τσέπης του εκοψεν τα σύρματα, και λαβών με εκ της χειρός εξήγαγε έξω της φυλακής.
Έπειτα πληρώσας Έβραΐόν τίνα λεμβοϋχον τού είπεν να μας ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον, το όποιον εύρίσκετο έξω τοϋ λιμένος.
Ένω ήτοιμαζόμεθα να είσέλθωμεν εις την λέμβον, ήλθεν ό στρατιώτης εκείνος πού με έκλεισεν εις τα συρ­ματοπλέγματα να με συλλάβει, άλλ' ό νεανίας εκείνος, όστις με ε­ξήγαγε, του έδωκεν ράπισμα και έφυγε…
Άνήλθομεν εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον και έγώ έφρόντισα να τοποθετήσω τα πράγματα μου, άφοΰ δε τα έτοποθέτησα, έστράφην δια να εΰρω τον νεανίαν εκείνον, τον σωτήρα μου, να τον ευχα­ριστήσω και να τον ερωτήσω ποίος και άπό ποΰ ήταν. 
Αλλά πουθενά δεν τον εύρον.
Έρωτήσας σχεδόν πάντας τους έπιβάτας και τους τοϋ Ατμόπλοιου αντελήφθην ότι ουδείς είδεν αυτόν, ούτε να εισέλθη εις το πλοϊον ούτε να έξέλθη. 
Ποιος ήταν και τί έγένετο ό Θεός γνωρίζει !

Έγώ τούτο μόνον γνωρίζω, ότι μετά πάροδον αρκετών ετών, ότε ήλευθερώθη ή Θεσ­σαλονίκη και επήγα και έλειτούργησα και έκήρυξα τον λόγον τοϋ Θεοϋ εις τον Ναόν τοϋ Άγίου Δημητρίου και είδον την εικόνα τοϋ Α­γίου άνεμνήσθην ότι ό νεανίας εκείνος πού με ελευθέρωσε της φυ­λακής και με οδήγησεν εις το Ατμόπλοιον είχεν μεγάλην ομοιότη­τα με την εικόνα τοϋ Άγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης !



Δεν υπάρχουν σχόλια: